Καλλιόπη


Καλλιόπη
Каллиопа (муза)

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "Καλλιόπη" в других словарях:

  • Καλλιόπη — Calliope fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Καλλιόπῃ — Καλλιόπη Calliope fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλλιόπη — I Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν η πρώτη από τις εννέα Μούσες (βλ. λ.), κόρη του Δία και της Μνημοσύνης, μητέρα του Ορφέα και του Λίνου. Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν προστάτιδα της ποίησης, ιδιαίτερα της επικής. Μνημονεύεται από τον Ησίοδο ως η… …   Dictionary of Greek

  • Καλλιόπη — η όνομα μίας από τις εννέα Μούσες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Κεχαγιά, Καλλιόπη — (Προύσα 1839 – 1905). Λόγια και παιδαγωγός. Το 1850 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου φοίτησε στο παρθεναγωγείο Χιλ και στο Αρσάκειο. Αργότερα παρακολούθησε μαθήματα στο παρθεναγωγείο Γουόλτερ του Λονδίνου και επέστρεψε στην Αθήνα μετά την… …   Dictionary of Greek

  • Παπαλεξοπούλου, Καλλιόπη — (Πάτρα 1809 – Ναύπλιο 1899). Αξιόλογη φυσιογνωμία Ελληνίδας των πρώτων χρόνων μετά την απελευθέρωση. Η Κ.Π. ήταν κόρη του Ανδρέα Καλαμογδάρτη. Ο Καλαμογδάρτης, όταν άρχισε η Επανάσταση, έστειλε την οικογένειά του στην Αγκόνα της Ιταλίας, όπου η… …   Dictionary of Greek

  • Καλλιόπηι — Καλλιόπῃ , Καλλιόπη Calliope fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Каллиопа — (Καλλίοπη) одна из 9 муз, прекрасноголосая , первая из дочерей Зевса и Мнемозины, самая уважаемая между сестрами, спутница царей и покровительница сопровождающих их певцов, воспевающих подвиги героев давних лет; чаще всего представляется… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Καλλιοπείης — Καλλιόπη Calliope fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Καλλιοπείῃ — Καλλιόπη Calliope fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Καλλιόπεια — Καλλιόπη Calliope fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)